Λίγες σκέψεις για τη βραβευμένη μου από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών νουβέλα μου που μόλις κυκλοφόρησε “Στην Ύδρα αέναα θα επιστρέφεις” (εκδόσεις Ελκυστής).
«Ανήκεις εκεί που πάντα επιλέγεις να επιστρέφεις», προτάσσω στο μότο του βιβλίου και η Ύδρα είναι για μένα η «μεγάλη ερωμένη», όπως γράφω και στο οπισθόφυλλο. Άλλωστε, αναφορές της δεν λείπουν από τα βιβλία μου. Όμως, παρά το γεγονός ότι το όνομά της αναφέρεται ακόμη και στον τίτλο της νουβέλας μου-κάτι που δεν συνηθίζεται- και τα γεγονότα εκτυλίσσονται μεταξύ Ύδρας και Παρισιού, στην ουσία του έργου η Ύδρα ως Ύδρα νοείται λιγότερο από κάθε άλλο έργο μου. Και τούτο διότι η αναφορά της είναι συμβολική. Αποτελεί συγκερασμό του όποιου τόπου-του τόπου που επιλέγεις να επιστρέφεις-και της μνήμης. Είναι η Ιθάκη του καθενός. Δεν είναι τυχαίο που προτάσσω το ποίημα «Επέστρεφε» του Καβάφη με τα συνυποδηλούμενά του. Μήπως και η Ιθάκη του, είναι η Ιθάκη ως συγκεκριμένος τόπος; Όχι. Είναι το σύμβολο της προσμονής της επιστροφής. Είναι ο νόστος. Και ο νόστος γεννιέται από τη μνήμη. Η μνήμη που όσο πιο ζωντανή είναι, τόσο πιο πολύ βασανίζει.
Σε όλα μου τα λογοτεχνικά έργα, ο χώρος, ο χρόνος, η μνήμη και η λήθη αποτελούν το υπόβαθρο κάθε λογοτεχνικής πλοκής, όσο διαφορετική κι αν είναι αυτή από βιβλίο σε βιβλίο. Ακόμη και σε μη λογοτεχνικά μου κείμενα, οι συνισταμένες αυτές σε συνδυασμό με τις αφηγήσεις βιωμάτων αποτελούν τα θέματα που επιλέγω. Ενδεικτικά αναφέρω την επιστημονική μου μελέτη «Ιστορική και κοινωνική Λαογραφία Ανατολικής Θράκης», η οποία βασίζεται κατά κύριο λόγο στις αφηγήσεις βιωμάτων και η οποία βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών στην πανηγυρική Συνεδρία των Χριστουγέννων του 1994.
Θα αναφερθώ εν συντομία στην υπόθεση, γιατί στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος δεν υπάρχει ο «φόβος» να μαρτυρηθεί η υπόθεση, καθώς η υπόθεση καθαυτή είναι το έλασσον του κειμένου. Η εναλλαγή των συναισθημάτων είναι εκείνη που βρίσκεται στο πρώτο επίπεδο κι εκείνη δεν μπορεί να μαρτυρηθεί και να χαθεί το ενδιαφέρον.
Η πρωταγωνίστρια, λοιπόν, αρχιτέκτων που εργάζεται πάνω σε ένα σχέδιο διαχωρισμού ενός Μεγάρου Art Deco σε οριζόντια ιδιοκτησία, δηλαδή σε επιμέρους διαμερίσματα (ας μαρτυρήσω στον αναγνώστη πως πρόκειται για συγκεκριμένο κτήριο στην οδό Μαυρομματαίων-ανήκε στον παππού μου και το έχασε με την χρεοκοπία της Ελλάδας το 1932/ μπορεί να διαβάσει κανείς περισσότερα στο μυθιστόρημά μου «Μόνο καλοκαίρια» που μόλις κυκλοφόρησε) βυθισμένη στις επαγγελματικές της σκέψεις, λαμβάνει ένα τηλεφώνημα από την Ονφλέρ της Νορμανδίας, τον τόπο των ιμπρεσιονιστών ζωγράφων, ότι η μητέρα της βρέθηκε νεκρή γερμένη στο καβαλέτο της. Θα πρέπει να έρθει αντιμέτωπη με τον ετεροθαλή αδελφό της, ο οποίος έρχεται για πρώτη φορά στο νησί να γνωρίσει το περιουσιακό στοιχείο που του αφήνει η μητέρα του. Όλα θα συμβούν σε εκατό σελίδες πίσω από αυτό το λιτό γεγονός. Συγκλονιστικά και καταλυτικά.
Αξιοποιώντας λογοτεχνικές τεχνικές, η αφήγηση αρχίζει με μια παραίσθηση, ένα όνειρο, έναν εφιάλτη; Μια σύναξη ψυχών σε οικογενειακό τραπέζι, στον κήπο του σπιτιού της Ύδρας προκειμένου να μεταλάβουν και να γίνουν ένα… Κι όμως….
Εάν ήθελα να προσδιορίσω το απόσταγμα της νουβέλας μου, θα το προσδιόριζα ως τη σύνδεση του τόπου και της μνήμης. Μιας μνήμης η οποία αέναα έρχεται στην επιφάνεια της σκέψης και μόνο ο θάνατος μπορεί να την κάνει να σωπάσει. Επιστρέφεις, λοιπόν, σε έναν τόπο που αγαπάς. Αλλά, το κυριότερο, η μνήμη σε κάνει να επιστρέφεις νοητά πάλι και πάλι και πάλι σε έναν τόπο που η απώλειά του σε κάνει να πονάς. Γιατί αυτός ο τόπος υπάρχει πλέον μόνο στη μνήμη σου. Κάπου είχα διαβάσει πως δεν υπάρχουν τρεις προστακτικές: διάβασε, κοιμήσου, αγάπα. Εγώ προσθέτω και μια τέταρτη, όπως γράφω στο μυθιστόρημά μου Amor fati: Ξέχνα!
Μόνο ο θάνατος μπορεί να σε κάνει να ξεχάσεις. Ή μήπως ούτε κι αυτός;
