Όταν έφυγε από τη ζωή ο πατέρας μου, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ένα εσωτερικό βουβό πένθος δεν με άφηνε να ορθοποδήσω. Ώσπου ένα πρωινό αποφάσισα να κάνω κάτι στη μνήμη του πατέρα. Κάτι που θα με έβγαζε από το βουβό πένθος, κάτι που να πρόσφερε στη μνήμη του. Κάτι που να τιμούσε την οικογενειακή παράδοση.
Ο παππούς του είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη, αλλά είχε κυνηγηθεί από τους Τούρκους γιατί είχε χρηματοδοτήσει την Ελληνική Επανάσταση. Γι’ αυτό είχε καταφύγει στην Ανατολική Ρωμυλία, και συγκεκριμένα στη Φιλιππούπολη, όπου είχε ιδρύσει ένα ελληνικό τυπογραφείο, ενώ την 25η Μαρτίου του 1887 τον κρέμασαν οι Βούλγαροι στον ιστό με την ελληνική σημαία έξω από το τυπογραφείο του.
Εκείνο το χρονικό διάστημα ολοκλήρωνα τις μεταδιδακτορικές μου σπουδές, ως υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών, στο Παρίσι, στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales. Η Σχολή αυτή είναι γνωστή ως η Σχολή της «Νέας Ιστορίας» -μια ιστορική τάση που γεννήθηκε το 1929- καθώς και ως Σχολή των Annales (Annales σημαίνει Χρονικά) από το επιστημονικό περιοδικό που εκδίδει Annales d’ Histoire Economique et Sociale. Ένα από τα χαρακτηριστικά της Σχολής αυτής είναι ότι δεν δίνει έμφαση στη μεγάλη ιστορία, την ιστορία των γεγονότων, αλλά στη μικροϊστορία με μια από τις ιστορικές πηγές τις οποίες μελετάει να είναι οι αφηγήσεις βιωμάτων (recits de vie). Επιπλέον, το διδακτορικό μου είναι στον τομέα της Λαογραφίας. Οι δύο αυτές επιστήμες, επειδή ακριβώς μελετούν τις αφηγήσεις βιωμάτων βρίσκονται πολύ κοντά στον τρόπο προσέγγισης των πηγών τους.
Καθώς, λοιπόν, έχουμε Κωνσταντινουπολίτικες ρίζες, θέλησα να εστιάσω την προσοχή μου στην Ανατολική Θράκη, καθώς είχα την αίσθηση ότι πολλές μελέτες για τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας είχαν εκπονηθεί, κάτι το οποίο δεν συνέβαινε με εκείνον της Ανατολικής Θράκης, ο οποίος και αυτός ξεριζώθηκε λίγο μετά τα δραματικά γεγονότα του 1922.
Πήρα δύναμη, λοιπόν, από αυτή την απόφασή μου και πέρασα ένα χρόνο στη Γεννάδιο Βιβλιοθήκη μελετώντας τα αρχεία των Θρακικών Σωματείων. Η καταγεγραμμένη μνήμη των ανθρώπων που έζησαν στην Ανατολική Θράκη και που η καθημερινή, η κοινωνική, η πολιτισμική τους υπόσταση ξεριζώθηκε βίαια αποτέλεσαν το υλικό της επιστημονικής μου έρευνας η οποία βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών.
Η μελέτη αυτή κυκλοφορεί με τον τίτλο «Η Λαογραφία της Ανατολικής Θράκης μέσα από τις αφηγήσεις των προσφύγων. Ιστορική και κοινωνική Προσέγγιση», εκδόσεις Ελκυστής, 2023 (α΄έκδοση: «Ιστορική και κοινωνική Λαογραφία Ανατολικής Θράκης», εκδόσει Α.Α.-Λιβάνης, 1997).
Το εξώφυλλο κοσμεί μια οικογενειακή φωτογραφία, η οποία απεικονίζει τον πατέρα μου αριστερά με την αδελφή του στο κέντρο με παραδοσιακές στολές από τον τόποτ ου παππού τους.
Στο βιβλίο μου αυτό υπάρχει μια αφιέρωση προσωπικά στον πατέρα μου και γενικότερα στην ιστορία της οικογένειας, την οποία παραθέτω εδώ:
Η μελέτη αυτή γράφτηκε στη μνήμη του πατέρα μου Βασιλείου Αγησιλάου Σπαθάρη. Η ιστορία της οικογένειάς του είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ιστορία του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης.
Πρώτος επώνυμος πρόγονος, ο Νικόλαος Σπαθάρης/Σπαθάριος (τίτλος Βυζαντινός), φιλόσοφος και θεολόγος, διορίστηκε στην Αυλή του οσποδάρου Στεφάνου στην Μολδαβία. Θεωρείται ήρωας των Ρουμάνων με το όνομα Νικολάι Σπατάρ-Μιλέσκου γιατί παραπλάνησε τους Τούρκους που ήθελαν να διαβούν την αυτόνομη τότε Ηγεμονία. Εξαιτίας του καθυστέρησαν να φτάσουν στην Βιέννη, όπου ακολούθησε η πολιορκία της στην οποία οι Οθωμανοί Τούρκοι ηττήθηκαν και έκλεισε ο δρόμος τους προς την επικράτησή τους στην Ευρώπη. Ο Νικόλαος Σπαθάρης-Νικολάι Σπατάρ Μιλέσκου- έγινε ήρωας των Ρουμάνων. Μετά από βασανιστήρια που υπέστη από τους Τούρκους (του έκαναν ρινοτομή), διέφυγε στο Παρίσι. Στη συνέχεια, κλήθηκε στη Ρωσία, όπου έγινε υπάλληλος στο υπουργείο Εξωτερικών στη Μόσχα το 1671 και από το 1675 έως το 1678 ιδιαίτερος απεσταλμένος και πληρεξούσιος του τσάρου στην Κίνα, όπου συνέγραψε και τα πρώτα σοβαρά γεωγραφικά έργα περί Κίνας και Σιβηρίας.
Ο εγγονός του Γεωργάκης Σπαθάρης, ένας από τους πιο πλούσιους άνδρες της εποχής του, επειδή πίστευε –όπως πολλοί εκείνη την εποχή– ότι στην απελευθέρωση των Ελλήνων θα συνέβαλε και η Ρωσία ως ομόθρησκο έθνος, χρηματοδότησε το Πατριαρχείο της. Γι’ αυτό συνελήφθη από τους Τούρκους και απαγχονίστηκε.
Ο Λεόντιος Σπαθάρης ή και Σπαθάριεφ, υποστράτηγος του ρωσικού στρατού, ήταν εκείνος που ανήγγειλε το αποτέλεσμα της ναυμαχίας του Ναυαρίνου στον τσάρο.
Ο Ανδρέας Σπαθάρης, φυσικομαθηματικός, δίδαξε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή.
Ο Βασίλειος, παππούς του πατέρα μου, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1855, αλλά εγκαταστάθηκε στη Φιλιππούπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας, όπου ίδρυσε το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο και εξέδωσε πατριωτικά ποιήματα, κατά το πρότυπο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, καθώς και μια ελληνική εφημερίδα με τον τίτλο «Οι τρεις κορυφές του Αίμου». Την 25η Μαρτίου 1887 σήκωσε την ελληνική σημαία στον ιστό του τυπογραφείου του, γι’ αυτό δολοφονήθηκε από τους Βουλγάρους. Η σύζυγός του, παρά το γεγονός αυτό, κράτησε ανοιχτό το τυπογραφείο, ενώ παράλληλα φρόντισε να φυγαδεύσει στην Ελλάδα τον γιο τους Αγησίλαο, μέσω Βάρνας.
Ο Αγησίλαος σπούδασε χημικός-μηχανικός στο Νανσί της Γαλλίας, απέκτησε μεγάλη περιουσία και δώρισε το 1927 –στη μνήμη της συζύγου του Αικατερίνης– στη Νέα Φιλαδέλφεια το πρώτο σχολείο που χτίστηκε για τους πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη-και όχι μόνο-, το «Σχολείο Σπαθάρη», όπως είναι γνωστό στους κατοίκους της περιοχής.
Ο πατέρας μου Βασίλειος, επίτιμος αρχηγός του πυροβολικού, πολέμησε στα Αλβανικά βουνά, στο Ελ Αλαμέιν, έδωσε αερομαχίες πάνω από τη Μεσόγειο πιλοτάροντας αγγλικό spitfire, ενώ με το 2ο Σύνταγμα Πυροβολικού στήριξε την 3η Ορεινή Ταξιαρχία (του Ρίμινι), συνεχίζοντας την παράδοση της οικογένειάς του για ελευθερία.
Ας είναι, πατέρα μου, η μελέτη αυτή ελάχιστη προσφορά στη μνήμη σου.
Δείτε το βιβλίο εδώ.





