
Έχω εκπονήσει τη διδακτορική μου διατριβή στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων με επιβλέποντα καθηγητή τον Μιχάλη Μερακλή.
Η διατριβή μου υποστηρίχθηκε στις 11-5-1989 και εκδόθηκε από τις εκδόσεις Αρσενίδη το 1992.
Αποτελεί προϊόν λαογραφικής καταγραφής η οποία έγινε επί μια τριετία στα αγγειοπλαστεία της Σίφνου και του Αμαρουσίου.
Οι Σιφνιοί, από παράδοση, εκφράζονται με ρίμες σε σημαντικές στιγμές της ζωής τους. Έτσι, μου αφηγήθηκαν και ρίμες οι οποίες αντανακλούσαν τις οικονομικές δυσκολίες τους:
Ο Αντώνης Κορακής σατιρίζει ο ίδιος τον εαυτό του:
Τζάμπα έχουν τα τσικάλια κι ακριβά η αλοιφή,
πρώτος θα τα παρατήσω, βάζω κι υπογραφή.
Τι ήθελες, ω Κορακή, αφεντικό να γίνεις,
που η δουλειά σου ήτανε να πας να βγάζεις σχοίνοι;
Για σένα ήταν πιο καλά το μεροκάματό σου,
κι επήες κι έβαλες τη φούρκα στο λαιμό σου.
Δεν ήταν ο μόνος που είχε την ιδέα να πάει ν’ ανοίξει τσικαλαριό σε τέτοιους δύσκολους καιρούς:
Είν’ ο Γιώργος ο Κατσάρης που’χει πάρει του Κοζή,
τι δαιμόνιο κι αυτουνός κι ήθελε κι άλλο μαγαζί!
Τώρα το’χει μετανιώσει και χτυπά την κεφαλή,
αλλά πράγμα καμωμένο ό,τι πεις δεν ωφελεί.
Άλλοι πάλι προσπαθούν να προστατέψουν το τσικαλαριό τους από την καταστροφή που πλησιάζει:
Ο Ατσόνιος θα κρατηθεί γιατί έχει τα παιδιά του,
μα κι αυτουνού η εποχή του κρέμασε τ’ αφτιά του.
Ενώ για ορισμένους η καταστροφή ήταν ήδη πραγματικότητα:
Καλέ κι εσύ Μαστρόκαλε, που’κλεισες τόσο πράγμα
και τώρα πας στον Γιακουμή και κοπανίζεις χώμα.
Ο Μαστρόκαλος έκλεισε το μαγαζί του για να εργαστεί στον Γιακουμή, αλλά κι ο Αντώνης Κορακής και ο Ατσόνιος δεν άντεξαν την κρίση: κατέφυγαν στην Αθήνα για να εργαστούν στα αγγειοπλαστεία του Μαρουσιού.
