Η λαογραφική καταγραφή έγινε το πρώτο τρίμηνο του 1977 από τη Νέλλη Σπαθάρη στο πλαίσιο του μαθήματος της Λαογραφίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ). Είναι κατατεθειμένη στο Λαογραφικό Σπουδαστήριο του ΕΚΠΑ και στο Ιστορικό Αρχείο-Μουσείο της Ύδρας (ΙΑΜΥ).

Είχαμε έναν αδελφό πολύ αυστηρό. Κάποτε είχαν μια συζήτηση μεταξύ γονέων και ο γιος. Είπανε κάτι κι εγώ πήγα και το είπα στην αδελφή μου τη μεγάλη, την παντρεμένη, για τον άντρα της.

Της είπα εγώ της Νεζούλας:

-Εγώ Νεζούλα, έτσι κι έτσι είπε ο Γιώργος [ο αδελφός τους].

Λοιπόν, εκείνη δεν έχασε καιρό και του ζήτησε τον λόγο:

-Γιατί το είπες αυτό για τον Ηλία; [τον άντρα της]

Λέει ο αδελφός μας:

-Ποιος σου το είπε;

-Η Ναυσικά.

-Η Ναυσικά;

Με κλείνει μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και το τι ξύλο μου έδωσε, Παναγία μου σώσε! Μετά πιάνει τούτηνε [την άλλη τους αδελφή, τη Βαγγελίτσα].

-Έλα δω κι εσύ. Ό,τι ακούς θα το μαρτυράς;

-Όχι καλέ Γιώργο, όχι!

Να, ξύλο!

Ύστερα μου λέει:

-Πήγαινε φέρε το ψαλίδι.

Εγώ, να, μου πήγε! Νόμιζα ότι θα μου έκοβε τη γλώσσα.

Πήγα, λοιπόν, ζαρωμένη-ήμαστον και μικρές, εγώ καμιά δεκαριά χρονώ. Η Βαγγελίτσα ήταν πιο μικρή από μένα.

Λοιπόν, του ’δωσα το ψαλίδι.

-Γύρισε από πίσω.

Κακός που ήτονε! Σκληρός ο αδελφός μου.

Γυρίζω. Τα μαλλιά μέχρι τη σύριζα μου τα’κοψε με το ψαλίδι. Ύστερα, λέει της Βαγγελίτσας.

-Έλα ‘δω κι εσύ μικρή. Εσύ, ό,τι ακούς θα το λες;

-Όχι καλέ Γιώργο μου!

Να, και τουτηνής τα μαλλιά. Κουρούπι. Ύστερα μου λέει:

Βρες ένα πανί, μια βελόνα και κλωστή και ράψε ένα σακούλι με στρίφωμα και πέρασε έναν σπάγγο.

Ράβαμε, λοιπόν. Το ράψαμε το σακούλι. Λέει:

-Το ράψατε;

-Ναι.

Φέρ’το εδώ.

Το πήγαινα εγώ. Πρώτη με καλούσε.

-Μάζεψε τα μαλλιά σου και βαλ’τα όλα μέσα.

Λοιπόν, λέει:

-Σήκω επάνω.

Σηκώθηκα.

-Δωσ’ μου τηνε εδώ τη σακούλα.

Την έδινα.

Μου την βάζει απ’ το λαιμό και μου ρίχνει κι ένα χαστούκι, μόνο που δεν μου πετάχτηκε το μάτι.

-Κάθε πρωί, θα ερχόσαστε με τη σακούλα να μου δίνετε παρών.

Κάθε πρωί πήγαινα κι εγώ με τη σακούλα στον λαιμό, μου ΄δινε το μπάτσο κι έφευγα. Επί τρεις μήνες αυτή η δουλειά.

-Παναγία μου, πότε θα ΄ρθει ο Μάρτιος μήνας να φύγει [στα σφουγγαράδικα]…

Ύστερα που μας τις έβρεχε, είχε πάρει μια ουρά βοδιού από τον χασάπη. Είχε κάνει και μια τρύπα και την είχε κρεμασμένη κείθε. Από τον πατέρα μας δεν είδαμε τίποτα τέτοιο.