
Είχα την τύχη ως Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων και Προϊσταμένη Παιδαγωγικής και Επιστημονικής Καθοδήγησης στην Περιφερειακή Διεύθυνση Εκπαίδευσης Αττικής να συμμετάσχω σε ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα διδακτικής της Ιστορίας και συγκεκριμένα σε ένα πρόγραμμα με θέμα εστιασμένο στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα πολεμικά γεγονότα στην περιοχή της γέφυρας του Άρνεμ, κοντά στην πόλη Ναϊμέχεν της Ολλανδίας, γέφυρα που αποτελούσε το πέρασμα για τις Συμμαχικές Δυνάμεις στον δρόμο προς το Βερολίνο. Εκεί έγιναν λυσσαλέες μάχες.
Περιηγηθήκαμε τα πεδία των μαχών, επισκεφτήκαμε το Μουσείο, του οποίου το πιο συγκλονιστικό στοιχείο ήταν οι ήχοι του πολέμου, ακούσαμε διαλέξεις πάνω στο θέμα. Μα το πιο συγκλονιστικό, για μένα προσωπικά, ήταν η επίσκεψη σε ένα σχολείο όπου εκείνη την ημέρα είχαν προσκαλέσει έναν αγωνιστή που είχε συμμετάσχει στις συγκλονιστικές εκείνες μάχες. Όπως μας ενημέρωσαν, ήταν πάγια εκπαιδευτική τακτική να καλούν πρόσωπα που είχαν κάτι να αφηγηθούν γενικότερα από την ιστορία του τόπου.
Ο αφηγητής κάθισε σε μια καρέκλα και γύρω του κάθισαν στο πάτωμα οι μαθητές και οι μαθήτριες. Όταν τελείωσε την αφήγηση, συγκινημένη, σκέφτηκα ότι ήταν η πιο ενδιαφέρουσα και ουσιαστική στιγμή του σεμιναρίου. Και θα σας εξηγήσω το γιατί.
Η Σχολή της «Νέας Ιστορίας» -η οποία παρεμπιπτόντως δεν είναι καθόλου νέα, χρονολογείται από το 1929, καθώς πρωτοδιαμορφώθηκε στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου από τους Marc Bloch και Lucien Febvre- αποκαλούμενη επίσης και «Σχολή των Annales» από το περιοδικό τους Annales d’ Histoire Economique et Sociale, μεταξύ άλλων πρεσβεύει πως κάθε πηγή που μπορεί να διασώσει τη συλλογική μνήμη ονομάζεται «εθνοκείμενο» και κρατάει και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής. Δίνει μεγάλη σημασία στις αφηγήσεις βιωμάτων. Εδώ ο αφηγητής, μέσα από την προσωπική εμπειρία, αφηγείται το δράμα του πολέμου όπως το βίωσε σε μικρή ηλικία, την αναγκαστική πορεία εσωτερικής προσφυγιάς και τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν και, στο τέλος, η αναφορά στη γάτα του -κάτι ασήμαντο για μια τέτοια δραματική στιγμή της ιστορίας της Ευρώπης- καταδεικνύει την ανθρώπινη διάσταση που δεν απωλέσθηκε παρά τις θηριωδίες.
Στο τέλος της αφήγησής του, το μαθητικό ακροατήριο είχε μείνει σιωπηλό. Η αφήγησή του είχε αγγίξει ευαίσθητες χορδές.
Την εμπειρία μου αυτή την εισάγω στη λογοτεχνική μου αφήγηση στο μυθιστόρημά μου Amor fati, εκδόσεις Ελκυστής, σελ. 15-17. Σας την παραθέτω:
Όσο για την τρίτη ανάμνηση, ήταν η αφήγηση του γείτονά τους, ο οποίος είχε επιζήσει των γεγονότων. Ξαφνικά, μια μέρα εμφανίστηκε στο σχολείο της. Παραξενεύτηκε η Νάντια. Αποδείχθηκε πως ήταν προσκεκλημένος, και, όπως έμαθε αργότερα, τα σχολεία καλούσαν τους βετεράνους του πολέμου για να αφηγηθούν τα βιώματά τους στις νεότερες γενιές: η ζωντανή προφορική τοπική ιστορία ζούσε στη μνήμη τους και δεν έμενε έξω από τις σχολικές αίθουσες. Οι καθηγητές συγκέντρωσαν τους μαθητές και τις μαθήτριες σε ένα αίθριο, κάθισαν οκλαδόν κυκλικά, ο γείτονας σε μια καρέκλα στη μέση και άρχισε την αφήγηση. έτσι, σαν παραμύθι. Ήταν, λέει, αγοράκι δώδεκα χρονών όταν, Κυριακή πρωί, την ώρα που όλο το χωριό βρισκόταν στην εκκλησία, ξεγλίστρησε από τους υπόλοιπους και βγήκε στο προαύλιο. Τότε είδε τον ουρανό ολόλευκο από τους αλεξιπτωτιστές που έπεφταν. Γυρίζει γρήγορα στο στασίδι του, τραβάει τη φούστα της μαμάς του και της ψιθυρίζει το γεγονός. Ο ένας με τον άλλον, διαδόθηκε το νέο και σηκώθηκε ένα σούσουρο στο εκκλησίασμα. Ο ιερέας σταμάτησε τη λειτουργία και βγήκαν όλοι έξω να δουν το θέαμα. Ο ιερέας τότε αποφάνθηκε ότι η στιγμή είναι ιστορική και ότι δεν θα είχε αντίρρηση ο Θεός να διακόψουν τη λειτουργία και να επιστρέψει ο καθένας σπίτι του, αναμένοντας να πληροφορηθούν τι ακριβώς συμβαίνει.
Οι αλεξιπτωτιστές ήταν Αμερικανοί και οι κάτοικοι αναθάρρεψαν. Μερικοί ξέθαψαν τις κρυμμένες ολλανδικές σημαίες τους και πήγαν να προϋπαντήσουν τους αλεξιπτωτιστές ως ελευθερωτές. Ο αφηγητής ήταν από τους λίγους που ήξεραν λίγα αγγλικά από το σχολείο την εποχή εκείνη. Οι αλεξιπτωτιστές τους προειδοποίησαν ότι δεν τελείωσαν όλα, αλλά αντίθετα, τότε ήταν που άρχιζε το “νταβαντούρι” και τους προέτρεψαν να γυρίσουν σπίτι τους. Πράγματι, δεν άργησαν οι Γερμανοί να βομβαρδίσουν την περιοχή. Κάποιοι περιέθαλψαν και τους πρώτους τραυματίες.
Ο πατέρας του αφηγητή βρισκόταν στη διπλανή πόλη, στο Άρνεμ. Αποκόπηκαν. Όταν, όμως, το σφυροκόπημα των Γερμανών άρχισε να βυσσοδομεί, η μάνα αποφάσισε να συγκεντρώσουν μερικά ρούχα, φαγητό, πήραν και τη γάτα τους, και μαζί με τ’ αδέλφια του, έτσι φορτωμένοι καθώς ήταν, προσπάθησαν να σπάσουν τον κλοιό των βομβαρδισμών και να διαφύγουν με στόχο να προϋπαντήσουν τον πατέρα. Δεν προχώρησαν μερικές δεκάδες μέτρα και ξαναγύρισαν έντρομοι στο σπίτι. Πέρασαν εφιαλτικές μέρες, Το φαγητό λιγόστευε και αποφάσισαν μια δεύτερη έξοδο. Ούτε ρούχα, ούτε φαγητό, ούτε τη…. γάτα αυτή τη φορά. Μόνο άρχισαν να τρέχουν όπως-όπως. Πραγματική “έξοδος”. Τα κατάφεραν. Ψάχνοντας τις καταστάσεις με τα ονόματα όσων αναζητούσαν τους δικούς τους, ξανάσμιξαν με τον πατέρα.
Η οδύσσεια όμως δεν τελείωνε εκεί. Εκείνον τον τελευταίο, και παγωμένο, χειμώνα του πολέμου το πέρασαν πρόσφυγες μέσα στην ίδια τους τη χώρα. Περιπλανιόνταν σε αναζήτηση στέγης και τροφής. Ένα ατέλειωτο καραβάνι ταλαιπωρημένων και πεινασμένων μετακινούνταν από χωριό σε χωριό και οι κάτοικοι τους έσπρωχναν ολοένα και πιο πέρα αφού δεν υπήρχε τροφή να τους προσφέρουν.
Ο πόλεμος τελείωσε. Οι κάτοικοι ξαναγύριζαν στα χωριά τους. Ο αφηγητής μας στο Ναϊμέχεν. Το σπίτι τους δεν το βρήκαν. Ούτε και οι γείτονες το δικό τους. Τα πάντα ισοπεδωμένα. Όμως όλοι, αγκαλιασμένοι, έκλαιγαν από ευτυχία. Ο πόλεμος είχε τελειώσει. Όλα ξαναφτιάχνονταν. Ήταν ζωντανοί και μόνο αυτό μετρούσε. Ειρήνη! Ειρήνη!
Και τότε εμφανίστηκε κι η … γάτα. «Κι εσύ; Πού τριγυρνούσες εσύ όλον αυτό τον καιρό;»
Μια σιωπή είχε απλωθεί στο ακροατήριο. Κανείς δεν κουνιόταν. Όχι τότε, αλλά πολύ αργότερα, όταν η Νάντια ξανάφερνε αυτή την απόληξη της αφήγησης στο μυαλό της, τα μάτια της βούρκωναν.
